 Την ώρα που η κυβέρνηση προχωρά ασθμαίνοντας ακόμη στην απελευθέρωση του επαγγέλματος του φαρμακοποιού ή του δικηγόρου, προκαλώντας εκνευρισμό στην τρόικα, ένας άλλος κλάδος, απείρως σημαντικότερος για την εθνική οικονομία, αρχίζει να προκαλεί την προσοχή των «επιτηρητών» μας: πρόκειται για τον κλάδο των καυσίμων, όπου δεσπόζουν τα Ελληνικά Πετρέλαια με σχεδόν μονοπωλιακό μερίδιο στη διύλιση, που φθάνει στο 75% της αγοράς, αλλά και με κορυφαία θέση στη χονδρική και λιανική αγορά, μέσω της ΕΚΟ και της ελληνικής θυγατρικής της BP, την οποία εξαγόρασαν προ διετίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο κλάδος των καυσίμων στην Ελλάδα, που έχει απασχολήσει και στο παρελθόν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τις σχεδόν «σατανικές» ρυθμίσεις που διαιωνίζουν την κατάσταση «κουτσουρεμένου» ανταγωνισμού, δεν έχει περάσει απαρατήρητος από την τρόικα, καθώς μάλιστα οι τιμές των καυσίμων στη χώρα μας είναι σταθερά στις κορυφαίες θέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και επηρεάζουν σημαντικά τόσο το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, όσο και ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν, ότι στην Κομισιόν είναι γνωστά τα θεσμικά τεχνάσματα που αξιοποιεί η Ελληνική Πολιτεία για να προστατεύει τη δεσπόζουσα θέση των ΕΛΠΕ στην αγορά, χωρίς να εκτίθενται στην παραμικρή πίεση ανταγωνισμού: η Κομισιόν είχε ασχοληθεί και πάλι, στα τέλη της δεκαετίας του '90, με διάταξη που ουσιαστικά απαγόρευε την εισαγωγή καυσίμων στην ελληνική αγορά. Τότε η Επιτροπή είχε υποχρεώσει την ελληνική κυβέρνηση να άρει τους περιορισμούς στην ελεύθερη διακίνηση εισαγόμενων καυσίμων στην Ελλάδα. Όμως, η Πολιτεία, που τυγχάνει να έχει και θέση βασικού μετόχου στα ΕΛΠΕ (μαζί με τον όμιλο Λάτση από το 2003 και μετά) κατάφερε να ξεπεράσει αυτές τις πιέσεις, διατηρώντας τις προστατευτικές διατάξεις για τα διυλιστήρια, με ελαφρώς διαφοροποιημένο περιεχόμενο. Με το νόμο 3054/2002, που εισήγαγε ο Άκης Τσοχατζόπουλος, όσοι θελήσουν να εισαγάγουν καύσιμα στην ελληνική αγορά και να ανταγωνισθούν τα ΕΛΠΕ μπορούν ελεύθερα να το κάνουν, αλλά θα πρέπει πρώτα να επιβαρυνθούν με το υπέρογκο κόστος τήρησης των εθνικών αποθεμάτων ασφαλείας. Με αυτό το «καπέλο» καθίσταται ασύμφορη η εισαγωγή ακόμη και από χώρες με πολύ φθηνότερα καύσιμα από την Ελλάδα και τα ΕΛΠΕ διατηρούν άθικτο το προνόμιό τους να νέμονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα την ελληνική αγορά, χωρίς τον κίνδυνο να εισαχθούν φθηνότερα καύσιμα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ουσιαστικά, η ελληνική αγορά έχει γίνει με αυτές τις ρυθμίσεις μια περίκλειστη εθνική αγορά μέσα στην (κατ' όνομα...) ανοικτή ευρωπαϊκή αγορά. Ακόμη και κορυφαίες παγκοσμίως εταιρείες διύλισης καυσίμων, όπως η BP και η Shell, που δεν είναι τυχαίο ότι πούλησαν τις εδώ θυγατρικές τους στα δύο ελληνικά διυλιστήρια και... εξαφανίσθηκαν, ήταν υποχρεωμένες να πουλάνε στην Ελλάδα καύσιμα των ΕΛΠΕ και όχι των μητρικών τους εταιρειών διύλισης, αφού το κόστος εισαγωγής επιβαρύνεται με το «καπέλο» που προαναφέρθηκε. Με αυτές τις θεσμικό καθεστώς προστασίας των ΕΛΠΕ από τον ανταγωνισμό είναι πολύ αμφίβολο αν οι Έλληνες καταναλωτές πληρώνουν για τα καύσιμα ό,τι θα πλήρωναν αν λειτουργούσε πραγματικά ο ανταγωνισμός, για παράδειγμα με εισαγωγές από τη γειτονική Βουλγαρία. Τα ΕΛΠΕ επωφελούνται τα μέγιστα από αυτή την ιδιότυπη προστασία, εμφανίζοντας κέρδη που θα ζήλευαν όλες οι μεγάλες εταιρείες της Ευρώπης, ακόμη και σε εποχές όπως αυτή που διανύουμε, όπου στην Β. Ευρώπη κλείνουν διυλιστήρια μεγάλων ομίλων, λόγω χαμηλών περιθωρίων κέρδους. Επιπλέον, όμως, στην Ελλάδα, κατά πανευρωπαϊκή πρωτοτυπία, υπάρχουν και σοβαροί περιορισμοί στο εμπόριο καυσίμων στη χονδρική και λιανική αγορά: δικαίωμα να πωλούν καύσιμα στα πρατήρια έχουν μόνο οι εταιρείες με άδεια χονδρικής εμπορίας (θεωρητικά μπορούν να πουλήσουν και τα διυλιστήρια απευθείας στα πρατήρια, αλλά αυτό δεν συμβαίνει στην πράξη). Με τη σειρά τους, οι εταιρείες εμπορίας δεσμεύουν περισσότερα από εννέα στα δέκα ελληνικά πρατήρια καυσίμων με συμφωνίες αποκλειστικής συνεργασίας και διατηρούν τον πλήρη έλεγχο των τιμών, περιορίζοντας στο ελάχιστο τον υγιή ανταγωνισμό. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της «κολοβής» λειτουργίας του ανταγωνισμού στην ελληνική αγορά, όπου στην πραγματικότητα είναι ελεύθερες μόνο οι τιμές, αλλά όχι και το εμπόριο καυσίμων, είναι να έχουμε τις υψηλότερες τιμές λιανικής στην Ευρώπη. Για αυτή τη μεγάλη στρέβλωση δεν ευθύνεται το Δημόσιο, παρότι πράγματι επιβλήθηκαν από πέρυσι σημαντικές αυξήσεις στους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης: ακόμη και μετά τις μεγάλες αυτές αυξήσεις, οι φόροι των καυσίμων στην Ελλάδα δεν είναι μεγαλύτεροι από το μέσο όρο στην Ευρώπη, αλλά οι τιμές στη λιανική είναι πάντα πολύ υψηλότερες από το μέσο όρο. Για παράδειγμα, οι φόροι ως ποσοστό της τελικής τιμής είναι ίδιοι στην Ελλάδα και στην Γερμανία, αλλά στην Γερμανία, αν και το κατά κεφαλή εισόδημα είναι πολύ υψηλότερο, οι τιμές της βενζίνης είναι σταθερά φθηνότερες από την Ελλάδα! Σύμφωνα με πληροφορίες, η τρόικα σε κάποιο από τα επόμενα στάδια διαπραγμάτευσης με την ελληνική κυβέρνηση για την απελευθέρωση αγορών και επαγγελμάτων, δηλαδή για τις λεγόμενες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», στις οποίες δίνει μεγάλη βαρύτητα, είναι πολύ πιθανό ότι θα θέσει και το θέμα της πραγματικής απελευθέρωσης της αγοράς καυσίμων, στην οποία έχει αναφερθεί και με αλλεπάλληλες εκθέσεις της η ελληνική Επιτροπή Ανταγωνισμού. Θα πρόκειται ίσως για μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις, όπου οι Έλληνες καταναλωτές θα πανηγυρίσουν για μια πρωτοβουλία της τρόικας. Οι μόνοι που δεν θα έχουν λόγους να είναι εξίσου ικανοποιημένοι θα είναι, βεβαίως, οι «άρχοντες» της αγοράς, με πρώτο τον όμιλο των ΕΛΠΕ... |